Βooks by Δημήτριος Ζυγομαλάς

Στη μακρόχρονη ιστορία της, η Θεσσαλονίκη κατοικήθηκε από πληθυσμιακές ομάδες που ασπάστηκαν ένα ... more Στη μακρόχρονη ιστορία της, η Θεσσαλονίκη κατοικήθηκε από πληθυσμιακές ομάδες που ασπάστηκαν ένα ευρύ φάσμα θρησκειών. Από τις ειδωλολατρικές λατρείες των πρώτων χρόνων μετά την ίδρυσή της, περίπου το 315 π.Χ., μέχρι το πολυσύνθετο μωσαϊκό θρησκειών των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, η πόλη ήταν επόμενο να ενσωματώσει ετερόκλητους λατρευτικούς χώρους, ικανός αριθμός των οποίων διασώθηκε μέχρι τις μέρες μας. Η παρουσίαση των συγκεκριμένων χώρων αποτέλεσε, το 2006, αντικείμενο επιμορφωτικού σεμιναρίου για τους σπουδαστές και το προσωπικό του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP). Με γνώμονα τη βέλτιστη κατανόηση του θέματος και την περαιτέρω ευαισθητοποίηση γύρω από αυτό, συντάχθηκε το συγκεκριμένο τεύχος, ένας εκ νέου πρωτότυπος, εύχρηστος και πρακτικός αρχιτεκτονικός οδηγός. Στο εισαγωγικό μέρος του, πραγματοποιείται συνολική επισκόπηση των θρησκειών που υποδέχτηκε η Θεσσαλονίκη από την ίδρυσή της μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Ακολούθως, παρουσιάζονται οι σαράντα ιστορικοί χώροι λατρείας που διασώθηκαν στην πόλη, ομαδοποιημένοι κατά θρησκεία. Τέλος, εξετάζεται η σύγχρονη οικοδόμηση λατρευτικών χώρων και η μέριμνα για την προστασία των ιστορικών, σε συνδυασμό με ενδεικτική βιβλιογραφία.

Η Θεσσαλονίκη του 20ού αιώνα χαρακτηρίζεται από μια πολύπλευρη αρχιτεκτονική φυσιογνωμία. Εκλεκτι... more Η Θεσσαλονίκη του 20ού αιώνα χαρακτηρίζεται από μια πολύπλευρη αρχιτεκτονική φυσιογνωμία. Εκλεκτικισμός, μοντέρνο κίνημα και μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική κυριάρχησαν, κατά σειρά, στην οικοδόμηση των δημόσιων και ιδιωτικών κτηρίων της, με αποτέλεσμα μια ξεχωριστή διαδοχή αρχιτεκτονικών μεταβάσεων, που αναγνωρίζονται ακόμη και σήμερα στην πόλη. Η παρουσίαση των εν λόγω μεταβάσεων αποτέλεσε, το 2005, το αντικείμενο σεμιναρίου επιμόρφωσης των σπουδαστών και του προσωπικού του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP). Προκειμένου να επιτευχθεί η βέλτιστη ενημέρωση και ευαισθητοποίηση αμφότερων για το θέμα, συντάχθηκε το παρόν τεύχος. Πρόκειται για έναν εξολοκλήρου πρωτότυπο, εύχρηστο και κατατοπιστικό αρχιτεκτονικό οδηγό. Οι σελίδες του αφιερώνονται, καταρχήν, στην επισκόπηση της ιστορικής εξέλιξης της πόλης. Ακολούθως, εξετάζεται η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της σε τέσσερις διακριτές περιόδους του 20ού αιώνα. Για κάθε περίοδο, παρέχονται γενικές πληροφορίες αναφορικά με τις κυρίαρχες αρχιτεκτονικές τάσεις, και στη συνέχεια, παρουσιάζονται ομαδοποιημένα σύνολα κτηρίων, που αντανακλούν με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τις εν λόγω τάσεις. Το κύριο σώμα του τόμου πλαισιώνεται από ενότητα για την τρέχουσα αντιμετώπιση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του 20ού αιώνα και ενδεικτική βιβλιογραφία, για περαιτέρω εντρύφηση στο θέμα.

Το διαρκές ενδιαφέρον των κατοίκων και των επισκεπτών της Θεσσαλονίκης για γνωριμία με τον μνημει... more Το διαρκές ενδιαφέρον των κατοίκων και των επισκεπτών της Θεσσαλονίκης για γνωριμία με τον μνημειακό πλούτο της πόλης τροφοδότησε επί δεκαετίες την έκδοση οδηγών με αυτοτελή λήμματα για τα επιμέρους μνημεία και τους ιστορικούς χώρους της, συνοδευόμενα από στοιχειώδεις αποτυπώσεις, σε συγκεντρωτικούς χάρτες. Κάνοντας ένα βήμα παραπέρα, η συγκεκριμένη μονογραφία επιχειρεί, για πρώτη φορά, να αναδείξει τα ίχνη της ιστορικής εξέλιξης της πόλης μέσα από τη συγκέντρωσή τους επί έξι διακριτών διαδρομών - περιπάτων που διασχίζουν από τη μία έως την άλλη άκρη το ιστορικό κέντρο της.
Από την παραλία έως το Επταπύργιο, και από το Λιμάνι μέχρι το Σιντριβάνι, οι έξι περίπατοι φέρνουν στο προσκήνιο το σύνολο των ιστορικών κατασκευών και τόπων της Θεσσαλονίκης, από κοινού με περιεκτικές αναφορές στον μνημειακό πλούτο των «εκτός των τειχών» επεκτάσεών της, προς τα ανατολικά και τα δυτικά. Με γνώμονα, δε, την περαιτέρω διευκόλυνση της εξοικείωσης του αναγνώστη με την αρχαιολογική και αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης, η ανάλυση των περιπάτων πλαισιώνεται με πρωτότυπες, κατατοπιστικές χαρτογραφικές αποτυπώσεις και πλούσιο εικονογραφικό υλικό, αποτελούμενο από φωτογραφίες εποχής και σύγχρονες λήψεις. Η πρωτότυπη αυτή οπτική προσφέρθηκε στο ευρύ κοινό σε δύο διαδοχικές δίγλωσσες εκδόσεις (καταρχήν, ελληνικά - αγγλικά, και ακολούθως, ελληνικά - γερμανικά), γεγονός ενδεικτικό της απήχησής της.

Με την εξαίρεση των στρατοπέδων «Παύλου Μελά», στη Σταυρούπολη, και «Κόδρα», στην Καλαμαριά, μερι... more Με την εξαίρεση των στρατοπέδων «Παύλου Μελά», στη Σταυρούπολη, και «Κόδρα», στην Καλαμαριά, μερικώς, δε, και του στρατοπέδου «Πεδίου Άρεως» στην ομώνυμη τοποθεσία, ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για το κτιριακό δυναμικό των υπόλοιπων στρατιωτικών εγκαταστάσεων του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης. Αποτολμώντας την πρωταρχική διερεύνηση του θέματος, ομάδα εργασίας του Τμήματος Κεντρικής Μακεδονίας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, εξέτασε, επιτόπου, το 2005, τις κτιριακές υποδομές πέντε ανεξερεύνητων στρατοπέδων του πολεοδομικού συγκροτήματος («Κακιούση», «Ζιάκα», «Παπακυριαζή», «Μεγάλου Αλεξάνδρου», «Καρατάσιου»), καθώς και του στρατοπέδου «Πεδίου Άρεως». Ο συγκεκριμένος τόμος αποτελεί τον απολογισμό του έργου της ομάδας εργασίας, απώτερο στόχο του οποίου αποτέλεσε ο εντοπισμός τυχόν αξιόλογων κτηρίων και συνόλων στα έξι στρατόπεδα. Προς την κατεύθυνση αυτή, παρατίθεται, καταρχήν, εισαγωγικό κείμενο συνολικής παρουσίασης των καταγεγραμμένων κτιριακών εγκαταστάσεων, αποτίμησης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους και πρόταξης των πλέον αξιόλογων, σε συνδυασμό με κατηγοριοποίηση, με κριτήριο τις ανάγκες προστασίας τους. Ακολούθως, παρουσιάζεται παράρτημα χαρτών χωρικού εντοπισμού των καταγεγραμμένων υποδομών και καρτελών περιγραφικής και αξιολογικής αποδελτίωσής τους.

Η Μακεδονία και η Θράκη, έχοντας ακολουθήσει διαφορετική ιστορική πορεία στα νεότερα χρόνια σε σχ... more Η Μακεδονία και η Θράκη, έχοντας ακολουθήσει διαφορετική ιστορική πορεία στα νεότερα χρόνια σε σχέση με τα νοτιότερα τμήματα της χώρας, έχουν να επιδείξουν ένα αντιστοίχως διακριτό χρονικό πρωτοβουλιών για το απόθεμα των ιστορικών κατασκευών τους κατά το δεύτερο μισό του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Το χρονικό αυτό, εξαιτίας ακριβώς της διαφορετικότητάς του, επιδέχεται αυτοτελούς εξέτασης, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διατριβής. Στόχος της είναι η κατά το δυνατόν πλήρης και συνεκτική επισκόπηση των ενεργειών που σχετίζονται με την προστασία των αρχιτεκτονικών μνημείων της Μακεδονίας και της Θράκης κατά τους νεότερους χρόνους, την περίοδο που συμπίπτει με τη μετάβαση των δύο περιοχών από την οθω-μανική στην ελληνική διοίκηση, και ακόμη παραπέρα, από τη «συγκυριακή» στη «συνειδητή» αντιμετώπιση των μνημείων τους.
Για λόγους καλύτερης κατανόησης του υπόβαθρου αυτής της μετάβασης, το προς κάτω χρονικό όριο της περιόδου μελέτης έχει μετατεθεί στην αφετηρία της αμέσως προηγούμενης ιστορικής περιόδου, στο ξεκίνημα, δηλαδή, της οθωμανικής επικυριαρχίας (1361). Επιπλέον, με γνώμονα την ευχερέστερη διαπραγμάτευση του θέματος, η ίδια η περίοδος μελέτης έχει επιμεριστεί σε τρεις υποπεριόδους: α) από την κατάκτηση μέχρι τις μεταρρυθμίσεις (1361 - 1839), την όψιμη οθωμανική περίοδο (1839 - 1912), και γ) από την απελευθέρωση έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1912 - 1939).
Μέσα σε αυτό το χρονολογικό πλαίσιο, η διατριβή επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε βασικά προσδιοριστικά ερωτήματα, και παράλληλα, να κατανοήσει την αιτιολόγηση των πραγμάτων. Ως «πράγματα» αντιμετωπίζει όλες τις συναφείς, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, με την προστασία ενέργειες, και πιο συγκεκριμένα: α) τη θέσπιση νομοθετικών κανόνων, β) τη συγκρότηση και στελέχωση εξειδικευμένων Υπηρεσιών, γ) την τεκμηρίωση των μνημείων, με την έννοια του εντοπισμού, της καταγραφής και της μελέτης τους, και δ) τη διατήρηση και ανάδειξη των μνημείων, με την έννοια της έκδοσης πράξεων υπαγωγής τους στην αρχαιολογική νομοθεσία (κηρύξεις), την προσαρμογή του πολεοδομικού σχεδιασμού, τις επεμβάσεις συντήρησης και αποκατάστασης και την ίδρυση μουσείων και αρχαιολογικών συλλογών. Τα παραπάνω θέματα εξετάζονται ισόρροπα και σε σχέση με όλες τις κατηγορίες του μνημειακού αποθέματος: α) τα μνημεία των προϊστορικών και αρχαίων χρόνων, β) τα μνημεία των βυζαντινών χρόνων, επιμερισμένα σε μνημεία - οικοδομικά κατάλοιπα και μνημεία - οικοδομήματα, και γ) τα μνημεία των οθωμανικών χρόνων, επιμερισμένα σε μνημεία της οθωμανικής, μεταβυζαντινής και παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.
Πρακτικά του συνεδρίου "Πόλη και Ύπαιθρος στη Μεσόγειο".
Papers by Δημήτριος Ζυγομαλάς

The historic cities of northern Greece came to include squares relatively recently. Up until the ... more The historic cities of northern Greece came to include squares relatively recently. Up until the late 19th century, the structure of social life under Byzantine and Ottoman rule made them unnecessary, with very few exceptions. It was only under the Greek administration, after 1912, that they began to be properly integrated into the urban layout, as a symbol of modernization. In either case, they suffered considerable degradation after the Second World War and it was only in the 1980s that their historical significance began to be acknowledged. Hence, multiple conservation initiatives started to unfold, which currently allow for an appraisal, and in its wake, for the drafting of a code for optimum future action.
The present paper pursues these two goals, through two separate focuses: firstly, on the procedural, and secondly, on the technical segment of contemporary care for a characteristic selection of six squares in four historic cities of northern Greece. As concerns the technical segment, it is addressed in terms of the distribution of functions in and around the squares, and the design of the latter and the surrounding fronts.

[ΕΛΛ] Η μετατροπή των βυζαντινών εκκλησιών της Θεσσαλονίκης σε τζαμιά αποτελεί ένα από τα πλέον σ... more [ΕΛΛ] Η μετατροπή των βυζαντινών εκκλησιών της Θεσσαλονίκης σε τζαμιά αποτελεί ένα από τα πλέον σημαντικά κεφάλαια της μελέτης του τρόπου αντιμετώπισης των προϋφιστάμενων αρχιτεκτονικών έργων κατά τους τέσσερις αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας στον ευρύτερο βορειοελλαδικό χώρο. Εντούτοις, μέχρι σήμερα, δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής και μεθοδικής ανάλυσης, ώστε να σχηματιστεί μια ευκρινής εικόνα για τα αίτια των μετατροπών, τις επεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της προσαρμογής των ναών στον νέο λειτουργικό τους προορισμό, και τις πρόσθετες εργασίες που υλοποιήθηκαν με σκοπό τη διατήρησή τους. Εξαρχής, μια τέτοια εικόνα δεν μπορεί να είναι συνολική. Η βιβλιογραφία επιβεβαιώνει ότι ικανός, πλην άγνωστος αριθμός βυζαντινών εκκλησιών της πόλης που μετατράπηκαν σε τεμένη, σε επόμενη φάση, κατεδαφίστηκαν, δίνοντας τη θέση τους σε μουσουλμανικούς χώρους λατρείας, οι οποίοι έσβησαν τα ίχνη των χριστιανικών. Εντούτοις, τα διατηρούμενα μέχρι σήμερα παραδείγματα και οι συναφείς, άμεσα και έμμεσα διαθέσιμες πληροφορίες, επιτρέπουν μια πρωτότυπη και αρκούντως περιεκτική τοποθέτηση επί του θέματος, η οποία αποτολμάται στην παρούσα εργασία, με διεξοδική ανάλυση των δημοσιευμένων μαρτυριών, των αρχειακών τεκμηρίων, και των νεότερων μελετών, σε συνδυασμό με παρατηρήσεις από την επιτόπια εξέταση των μνημείων.
[ENG] The conversion of the Byzantine churches of Thessaloniki into mosques constitutes one of the most important segments in the study of the way in which the preexisting architectural works were treated over the four centuries of Ottoman rule in the wider area of northern Greece. Yet until today, it has not become the object of a systematic and methodic analysis, which would have allowed for a clear picture to be drawn as to the causes of the conversions, the interventions that were conducted in the framework of the churches’ adjustment to their new function and the additional works that were performed in order to ensure their preservation. From the beginning, such a picture cannot encompass all cases of conversion. The related bibliography confirms that a significant, yet unknown number of the city’s byzantine churches were initially converted into mosques and later demolished, thus providing space for new places of Muslim worship, which erased the traces of the earlier Christian ones. Nonetheless, the converted buildings that have survived to this day and the relevant, directly and indirectly available documentation allow an original and adequately comprehensive discussion of the issue, which is pursued in the present paper, on the basis of a detailed analysis and evaluation of published memoirs, archival documents and recent studies, in conjunction with remarks from the on-site examination of the respective monuments.

Situated in the north of Greece, Thessaloniki, the country’s second-largest city, is foremostly a... more Situated in the north of Greece, Thessaloniki, the country’s second-largest city, is foremostly admired for its uninterrupted history of over twenty-three centuries. In solid proof of this remarkable continuity, its historic center is interspersed with a wide array of archaeological and architectural remains that date from Hellenistic to modern times. The most distinguished segment of this unique heritage is by far the city’s Early Christian and Byzantine legacy. More than half of its surrounding walls, fourteen churches, and one bath comprise a unique ensemble, revered in the whole of Europe as early as the 19th century. Not surprisingly, at the end of the 20th century, it became one of the first Greek cultural assets to be inscribed on the UNESCO World Heritage List.
Thirty-four years have passed since then, a substantial period of time that allows, on the present occasion of the 50th anniversary of the World Heritage Convention, for a review and appraisal of the impact of the inscription. This is precisely the goal of this paper, which will be pursued through an original discussion and evaluation of the consequences of World Heritage status, on one hand for the monuments themselves, and on the other, for their urban, architectural, social, and educational setting. Extensive bibliographic research and thorough on-site examination will provide the basis for this discussion, which will culminate with a didactic conclusion as to the degree to which the full potential of the inscription has been achieved or remains to be pursued.

Located in the north of Greece and boasting an uninterrupted history of over 2.300 years, Thessal... more Located in the north of Greece and boasting an uninterrupted history of over 2.300 years, Thessaloniki has a wide array of architectural monuments to display. Hellenistic residences, Roman administrative centers, Byzantine churches, and Ottoman communal buildings have shaped for decades the city’s historical profile, leaving limited space for a nonetheless widely acknowledged architectural grouping, namely its “dark heritage”.
Comprising buildings and sites that have over the years been related by the local community to rare phenomena and curious events, Thessaloniki’s “heritage of darkness” fascinates the imagination of its residents, in addition to providing a frequent subject for the writings of local journalists and researchers, and a focal point in the work of the services and bodies involved in monument protection. The above players evidently evaluate its constituents in different manners, thus leading to the emergence of multiple aspects of significance in the appraisal of the city’s “dark heritage”.
Entering a hitherto untouched -on a scholarly basis- domain, this paper aims to identify these aspects and determine their interrelation and impact on the preservation of the buildings and sites involved. To this end, based on bibliographical research and on-site examination, it begins with a comprehensive overview of the dreaded built assets, followed by the identification of the players involved in their treatment and their respective attitudes. From there on, a discussion of the interaction of these attitudes is pursued, culminating in original conclusions as to the consequences of this interaction for the safeguarding of the tangible and intangible qualities of the city’s “heritage of the dark”.

Located in the north of Greece, the city of Thessaloniki boasts approximately 320 monuments from ... more Located in the north of Greece, the city of Thessaloniki boasts approximately 320 monuments from the nineteenth and twentieth century. Addressed under Greek law as “modern” monuments, most of them were conserved over the past forty years, with little if any attention to the issue of adaptation to accessibility needs during initial works. Nonetheless, in more recent projects, specific care was displayed, largely through interventions aiming to facilitate physical access, with two cases of people with disabilities in mind: users of wheelchairs and people with restricted mobility.
In each of these interventions, two issues arise: on the one hand, the extent to which the safeguarding of cultural significance has placed limits on the pursuit of accessibility, and on the other, the degree to which the initiatives undertaken to ensure accessibility have affected cultural significance. Based on extensive on-site research and evaluation, this paper seeks to provide a complete picture and didactic appraisal of this two-way relation. To this end, it undertakes an analysis and assessment of the interventions completed so far in three main areas of accessibility improvement in the “modern” monuments of Thessaloniki: (1) establishing an entrance, (2) providing unobstructed horizontal circulation, and (3) ensuring smooth vertical movement. The respective analysis shows that a clear answer can be given to the question posed in the title, in addition to revealing prospects for the enhancement of the encounter of cultural significance and accessibility in the most sizable segment of Thessaloniki’s architectural heritage.

Πρακτικά 3ου Εθνικού Συνεδρίου «Ήπιες επεμβάσεις για την προστασία των ιστορικών κατασκευών - νέες τάσεις σχεδιασμού», 2009
Οι διεθνείς χάρτες αποτελούν προσπάθειες διαμόρφωσης πλαισίων αρχών διεθνούς εμβέλειας, τα οποία ... more Οι διεθνείς χάρτες αποτελούν προσπάθειες διαμόρφωσης πλαισίων αρχών διεθνούς εμβέλειας, τα οποία θα συνεισφέρουν στην καθοδήγηση των εμπλεκόμενων φορέων και προσώπων, καθώς και στην εκπαίδευση όσων εξειδικεύονται στην προστασία του μνημειακού αποθέματος. Σημαντικό μέρος τους ενσωματώνει, είτε συνεκτικά, είτε διάσπαρτα, υποδείξεις για τη συντήρηση και αποκατάσταση των ιστορικών κατασκευών, με σημείο αναφοράς τον Χάρτη της Βενετίας (1964). Σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα μετά τη σύνταξη του εμβληματικού κειμένου, οι αρχές του θεωρούνται σε μεγάλο βαθμό ξεπερασμένες και το περιεχόμενο του ανεπαρκές. Ταυτόχρονα, τα κείμενα που ακολούθησαν δέχονται αυξανόμενη κριτική, σε σημείο που η εγκυρότητα ορισμένων να αμφισβητείται. Οι διαπιστώσεις αυτές γεννούν προβληματισμό για τη χρησιμότητα και το μέλλον των πολυάριθμων χαρτών και των αρχών τους.
Σε αυτόν ακριβώς τον προβληματισμό, επιχειρεί να απαντήσει η παρούσα ανακοίνωση. Αφετηρία της αποτελεί η συνοπτική επισκόπηση των διεθνών χαρτών που παρέχουν κατευθύνσεις για τη συντήρηση και αποκατάσταση των ιστορικών κατασκευών. Ακολουθεί καταγραφή και σχολιασμός της κριτικής που ασκείται στα κανονιστικά κείμενα, με προέκταση τον προσδιορισμό της πραγματικής χρησιμότητας, καθώς και των προοπτικών τους, συμπεριλαμβανομένων των διαφαινόμενων στην ελληνική πραγματικότητα. Καταληκτικώς, διατυπώνεται μια ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη άποψη για τα δυνατά και αδύνατα σημεία των χαρτών, τον ρόλο που δύνανται να επιτελέσουν και τις πρωτοβουλίες που θα πρέπει να αναληφθούν στον ελληνικό χώρο.

Πρακτικά διεθνούς συμποσίου «Δρόμοι της Πίστης στη Μεσαιωνική Μεσόγειο: Ιστορία, Μνημεία, Άνθρωποι, Προσκυνηματικές προοπτικές», 2008
Η ραγδαία εξέλιξη των τεχνολογιών πληροφόρησης και η ευρεία χρήση τους στον τομέα του πολιτισμού ... more Η ραγδαία εξέλιξη των τεχνολογιών πληροφόρησης και η ευρεία χρήση τους στον τομέα του πολιτισμού παρέχουν πολλαπλά εργαλεία στους εμπλεκόμενους φορείς για να διαχειριστούν τα αποθέματα πολιτισμικών πληροφοριών που διαθέτουν. Ειδικά στην περίπτωση των πληροφοριακών συστημάτων, η καταχώρηση πολυμεσικού υλικού (ενδεικτικώς: κείμενα, φωτογραφίες, βίντεο, τρισδιάστατες αναπαραστάσεις), η χρήση διεθνών προτύπων και ορολογιών, και κυρίως, η δυνατότητα προσπέλασης μέσα από τον παγκόσμιο ιστό, προδιαγράφουν πρωτόγνωρες δυνατότητες διαχείρισης και προβολής της πολιτισμικής πληροφορίας. Οι δυνατότητες αυτές αξιοποιήθηκαν, στο έπακρο, στο διεθνές ερευνητικό έργο «Εγερία», με στόχο την καταγραφή και τεκμηρίωση επιλεγμένων μεσαιωνικών μνημείων - προσκυνημάτων, από το σύνολο του μεσογειακού χώρου.
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση αποτελεί συνθετική παρουσίαση των πολλαπλών, και ομολογουμένως, πρωτοποριακών τρόπων, με τους οποίους η πληροφορία που τηρούνταν για τα επιλεγμένα μνημεία, από τους εταίρους του έργου, ταξινομήθηκε, ψηφιοποιήθηκε και έγινε προσβάσιμη για το ευρύ κοινό, μέσω του διαδικτύου. Αφετηρία της αποτελεί η παρουσίαση του εύρους της τρέχουσας σχέσης των τεχνολογιών πληροφόρησης με την πολιτιστική κληρονομιά και την τεκμηρίωσή της. Ακολούθως, περιγράφονται οι ενότητες και οι προδιαγραφές της επιλεγείσας βάσης δεδομένων για την καταχώρηση πολιτιστικής πληροφορίας, και τέλος, εξετάζονται τα βήματα της σύνθετης, όσο και απαιτητικής προεργασίας για την ψηφιοποίηση των διαθέσιμων στοιχείων για κάθε μνημείο. Η συγκεκριμένη ανάλυση παρέχει το μέτρο μιας αξιόλογης προσπάθειας σε διεθνές επίπεδο, η οποία δύναται να αποτελέσει αξιόπιστο υπόβαθρο για συναφείς μελλοντικές πρωτοβουλίες.

Πρακτικά 2ου Διεθνούς Συνεδρίου Μουσειολογίας «Η τεχνολογία στην υπηρεσία της πολιτισμικής κληρονομιάς: Διαχείριση, εκπαίδευση, επικοινωνία», 2008
Μια σύντομη επισκόπηση των μουσειακών χώρων της Θεσσαλονίκης καταδεικνύει ότι μεγάλο μέρος τους σ... more Μια σύντομη επισκόπηση των μουσειακών χώρων της Θεσσαλονίκης καταδεικνύει ότι μεγάλο μέρος τους στεγάζεται σε ιστορικά κτήρια των αποκαλούμενων «νεώτερων» χρόνων. Πρόκειται, πρωτίστως, για κατοικίες, και δευτερευόντως, για κτίσματα με εκπαιδευτική, γραφειακή, εμπορική και αποθηκευτική χρήση, που ανεγέρθηκαν από τα τέλη του 19ου έως τις αρχές του 20ού αιώνα. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, τα εν λόγω οικοδομήματα αποκαταστάθηκαν, ως αναντικατάστατοι φορείς ιστορικής μνήμης. Η επιλογή της αξιοποίησής τους για τη φιλοξενία μουσειακών χρήσεων τροφοδότησε σειρά μουσειολογικών προσεγγίσεων, με βασικό ζητούμενο την επίτευξη της βέλτιστης ισορροπίας μεταξύ των ιδιαίτερων αξιών του ιστορικού κτηρίου και των σύνθετων απαιτήσεων λειτουργίας ενός σύγχρονου μουσείου. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η διερεύνηση του βαθμού επίτευξης της παραπάνω ισορροπίας στα ιστορικά κτήρια - μουσεία της Θεσσαλονίκης. Προς την κατεύθυνση αυτή, προσδιορίζονται, καταρχήν, επακριβώς, τα εν λόγω κτίσματα και παρουσιάζονται οι συναφείς αρχές των διεθνών χαρτών και συμβάσεων. Ακολούθως, σχολιάζονται οι επεμβάσεις αξιοποίησής τους, μέσα από τη διαπραγμάτευση τριών ζητημάτων: α) της εξωτερικής αντιμετώπισης των μνημείων, β) της εσωτερικής κατανομής λειτουργιών, και γ) της διαμόρφωσης των εκθεσιακών χώρων. Η αντίστοιχη ανάλυση έχει ως κατάληξη τη συνολική αποτίμηση των εκδηλωμένων πρωτοβουλιών και την υπόδειξη κατευθύνσεων για τη μελλοντική βελτιστοποίηση της αρμονικής συμβίωσης μουσειακής χρήσης και ιστορικής δυναμικής στα «νεώτερα» μνημεία της Θεσσαλονίκης.

Πρακτικά 3ης Χειμερινής Διημερίδας της Ελληνικής Εταιρείας Γηριατρικής Ογκολογίας «Νεότερες Εξελίξεις στη Γηριατρική Ογκολογία», 2007
Η συνολική επισκόπηση των επεμβάσεων που δέχτηκαν στο πέρασμα του χρόνου τα αρχιτεκτονικά μνημεία... more Η συνολική επισκόπηση των επεμβάσεων που δέχτηκαν στο πέρασμα του χρόνου τα αρχιτεκτονικά μνημεία της Θεσσαλονίκης αποτελεί δύσκολο εγχείρημα. Πολύ περισσότερο, όταν πρέπει να είναι σύντομη, περιεκτική, και να απευθύνεται σε εξειδικευμένο κοινό, πλην όμως, τελείως διαφορετικού επιστημονικού κλάδου. Αυτήν ακριβώς την πρόκληση αντιμετώπισε η παρούσα ανακοίνωση, η οποία παρουσιάστηκε, ως κύρια ομιλία, στην τελετή έναρξης της 3ης Χειμερινής Διημερίδας της Ελληνικής Εταιρείας Γηριατρικής Ογκολογίας, τον Δεκέμβριο του 2007.
Σκοπός της ανακοίνωσης υπήρξε η συνοπτική, πλην κατατοπιστική παρουσίαση του χρονικού της συντήρησης και αποκατάστασης των αρχιτεκτονικών μνημείων της Θεσσαλονίκης, με ιδιαίτερη έμφαση στην ανάδειξη της παραλληλίας της συγκεκριμένης μέριμνας με τη φροντίδα που επιδεικνύουν οι συμμετέχοντες, στη διημερίδα, ιατροί για τη θεραπεία των ασθενών τους. Προς την κατεύθυνση αυτή, αναπτύσσεται, καταρχήν, σε συντομία, η πολεοδομική εξέλιξη της πόλης και η χωρική κατανομή των μνημείων της. Ακολούθως, περιγράφονται οι βασικές τάσεις που αναπτύχθηκαν για τη «φροντίδα» τους, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Η συγκεκριμένη επισκόπηση φέρνει στο προσκήνιο το ιστορικό ενός ιδιότυπου θεραπευτικού εγχειρήματος, με κατάληξη τη συνολική αποτίμησή του και τη σκιαγράφηση των μελλοντικών προοπτικών του.

Πρακτικά 1ου Ευρω-μεσογειακού Συνεδρίου “Traditional Mediterranean Architecture: Present and Future”, 2007
Ο χειρισμός του υπαίθριου δημόσιου χώρου αποτελεί σημαντικό σκέλος των προσπαθειών εξυγίανσης και... more Ο χειρισμός του υπαίθριου δημόσιου χώρου αποτελεί σημαντικό σκέλος των προσπαθειών εξυγίανσης και ανάδειξης των παραδοσιακών οικισμών. Στις οδούς και τις πλατείες τους, απαιτείται, κατά κανόνα, να καλυφθούν πιεστικές ανάγκες, χωρίς να θιγεί η ιδιαίτερη φυσιογνωμία τους και να αποκλειστεί η προοπτική της βιώσιμης ανάπτυξής τους. Εντούτοις, στους παραδοσιακούς οικισμούς της βόρειας Ελλάδας, ο υπαίθριος δημόσιος χώρος αντιμετωπίστηκε, μέχρι πρόσφατα, με αδιαφορία. Οι πρωτοβουλίες εξυγίανσης και ανάδειξής τους εστίαζαν στην αποκατάσταση και επανάχρηση μεμονωμένων κατασκευών, ενθαρρύνοντας, ταυτόχρονα, τη σύγχρονη δόμηση, σε αρμονία με το παραδοσιακό περιβάλλον. Συνακόλουθα, για τις περιμετρικές οδούς και τις πλατείες επιφυλάχθηκε η υποβάθμιση. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ωστόσο, η κατάσταση έχει αρχίσει να αντιστρέφεται, χάρη σε προτάσεις εξυγίανσης που αντιμετωπίζουν την ανάδειξη των υπαίθριων δημόσιων χώρων ως βασική παράμετρο για τη μελλοντική εξέλιξη των ευρύτερων οικιστικών συνόλων.
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση αποσκοπεί στην επισκόπηση των σύγχρονων τάσεων στον χειρισμό της συγκεκριμένης παραμέτρου στους παραδοσιακούς οικισμούς της βόρειας Ελλάδας, με ειδική έμφαση στην αξιολόγηση των συναφών, ήδη υλοποιημένων επεμβάσεων. Προς την κατεύθυνση αυτή, ξεκινά με μια περιεκτική παρουσίαση του χρονικού της μέριμνας για τα παραδοσιακά οικιστικά σύνολα της Μακεδονίας και της Θράκης, καθώς και των σχετικών αρχών των διεθνών χαρτών και συμβάσεων. Ακολούθως, καταγράφει την εξέλιξη των σύγχρονων χειρισμών, μέσα από χαρακτηριστικά εφαρμοσμένα παραδείγματα, και πιο συγκεκριμένα, τα προγράμματα εξυγίανσης τεσσάρων οικισμών, τόσο εντός αστικών κέντρων, όσο και στην ύπαιθρο. Η αξιολόγησή τους ως προς δύο κύρια σημεία αναφοράς, τη διευθέτηση της κυκλοφορίας και την αισθητική και λειτουργική ανάδειξη, φέρνει στο προσκήνιο δόκιμες πρακτικές, καθώς και κρίσιμες ανεπάρκειες, συνθέτοντας, έτσι, ένα πρωτότυπο πλαίσιο κατευθύνσεων για ανάλογες μελλοντικές επεμβάσεις.

Πρακτικά 2ου Διεθνούς Συνεδρίου «Διαφάνεια και Αρχιτεκτονική: Όρια και Προκλήσεις», 2007
Η εισαγωγή γυάλινων κατασκευών -επιφανειών ή όγκων- στα ιστορικά κτήρια, κατά την αποκατάστασή το... more Η εισαγωγή γυάλινων κατασκευών -επιφανειών ή όγκων- στα ιστορικά κτήρια, κατά την αποκατάστασή τους, δεν αποτελεί καινοτομία της εποχής μας. Ο πειραματισμός με το γυαλί ξεκίνησε ήδη από τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, ως μέρος της εξυπηρέτησης νέων ή υφιστάμενων χρήσεων από τα ιστορικά οικοδομήματα, με διακριτικές, διακριτές και αντιστρέψιμες επεμβάσεις. Χάρη στη μετέπειτα εξέλιξη της τεχνολογίας του γυαλιού, η χρήση του στο σύγχρονο τοπίο των αποκαταστάσεων αποδεικνύεται εκτεταμένη, και μάλιστα, με προθέσεις αισθητικής και κατασκευαστικής ποιότητας. Οι τρέχουσες εφαρμογές του περιλαμβάνουν, κατά κύριο λόγο, την προσθήκη αυτοτελών όγκων, ως επεκτάσεις στα αρχικά κτίσματα, αλλά και μικρότερης κλίμακας, τοπικές παρεμβάσεις. Ενδεικτικώς, επισημαίνονται τα κιγκλιδώματα και τα πατήματα κλιμακοστασίων, τα εξωτερικά περιγράμματα προστιθέμενων τοίχων και δαπέδων, τα στέγαστρα, τα οριζόντια επίπεδα κίνησης πάνω από αξιόλογες κατασκευές και οι κατακόρυφες επιφάνειες φραγής ανοιγμάτων.
Η παρούσα ανακοίνωση έχει ως στόχο να αναδείξει και να καταγράψει, με συστηματικό τρόπο, το αξιοπρόσεκτα ευρύ φάσμα των συγκεκριμένων, τοπικών εφαρμογών. Στο πλαίσιο αυτό, εστιάζει σε ένα δείγμα χαρακτηριστικών επεμβάσεων, οι οποίες έχουν υλοποιηθεί κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες στην Ελλάδα, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Νορβηγία, την Πορτογαλία και τη Σλοβενία. Η κατηγοριοποίησή τους καταδεικνύει το εύρος των τρεχουσών εφαρμογών, ενώ ο σχολιασμός τους, σε αισθητικό, λειτουργικό και κατασκευαστικό επίπεδο, επιφυλάσσει χρήσιμες διαπιστώσεις για ανάλογες, τοπικές παρεμβάσεις στο μέλλον.

Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου “Heritage of Technology - Gdańsk Outlook 4”, 2005
Ο γεωγραφικός χώρος της κεντρικής Μακεδονίας ενσωματώνει πολυάριθμα βιομηχανικά συγκροτήματα τα ο... more Ο γεωγραφικός χώρος της κεντρικής Μακεδονίας ενσωματώνει πολυάριθμα βιομηχανικά συγκροτήματα τα οποία αντανακλούν τη χωρίς προηγούμενο εκβιομηχάνιση της περιοχής στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Τα εν λόγω συγκροτήματα εγκαταλείφθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ωστόσο, από τη δεκαετία του 1980, ξεκίνησε η επανεκτίμησή τους, ως αναντικατάστατων μαρτύρων της τοπικής βιομηχανικής ιστορίας. Στο πλαίσιο αυτό, μέρος αυτών αποκαταστάθηκε και δέχτηκε νέες χρήσεις.
Η παρούσα ανακοίνωση επιχειρεί μια πρωταρχική αξιολόγηση των συγκεκριμένων πρωτοβουλιών, ενόψει εκδήλωσης νέων. Με αφετηρία τη συνοπτική επισκόπηση της βιομηχανικής εξέλιξης της κεντρικής Μακεδονίας, καθώς και των εξειδικευμένων κατευθύνσεων των διεθνών χαρτών και συμβάσεων, εστιάζει, κατά δεύτερο λόγο, σε ένα κατάλληλα επιλεγμένο δείγμα επεμβάσεων σε βιομηχανικά συγκροτήματα της Θεσσαλονίκης, της Έδεσσας και της Νάουσας. Ο σχετικός σχολιασμός περιστρέφεται γύρω από δύο ζητήματα: την επίτευξη ή μη επαρκούς άνεσης για την ένταξη των νέων χρήσεων και τη διαφύλαξη ή μη της μορφολογίας, τυπολογίας και κατασκευαστικής δομής των ιστορικών βιομηχανικών μονάδων. Καταληκτικώς, εξάγονται χρήσιμα συμπεράσματα αναφορικά με τον βαθμό στον οποίο η σύγχρονη διαχείριση εξασφάλισε τη μακροπρόθεσμη προστασία τους, χωρίς να θιγούν οι ιδιαίτερες, υλικές και μη, αξίες τους.

Πρακτικά 2ου Εθνικού Συνεδρίου «Ήπιες επεμβάσεις για την προστασία ιστορικών κατασκευών», 2004
Η έννοια της «ανακατασκευής» βρίσκει ιδιάζουσα εφαρμογή στα μνημεία της αρχαιότητας, κυρίως λόγω ... more Η έννοια της «ανακατασκευής» βρίσκει ιδιάζουσα εφαρμογή στα μνημεία της αρχαιότητας, κυρίως λόγω του άμεσου συσχετισμού της προστασίας τους με τη διαφύλαξη της κατά κανόνα ερειπιώδους μορφής τους. Συνακόλουθα, οι προσθήκες νέου υλικού περιορίζονται σε μικρής έκτασης συμπληρώσεις, που στοχεύουν στην αποκατάσταση της εν δυνάμει διατηρούμενης αισθητικής ενότητας, και όχι στην ανάκτηση της ολοκληρωμένης μορφής των μνημείων. Στις συ-μπληρώσεις αυτές, η διαφύλαξη των ιστορικών και αισθητικών αξιών, αναδεικνύει σε βασικό ζητούμενο την επαρκή διάκριση αρχικών και νέων μερών. Πρόκειται για ζήτημα το οποίο έχει προβληματίσει τη διεθνή κοινότητα, ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, και μέχρι σήμερα, έχει δεχτεί πολλαπλές, ενίοτε αντιφατικές, ερμηνείες.
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση αποτολμά την πρωταρχική καταγραφή και ανάλυση της ελληνικής εμπειρίας στον χειρισμό του συγκεκριμένου ζητήματος. Ως πεδίο μελέτης αξιοποιεί ένα ευρύ σύνολο έργων, που υλοποιήθηκαν από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνονται, ενδεικτικώς, οι επεμβάσεις στην Ακρόπολη της Αθήνας, οι πρώιμες εργασίες σε αρχαιολογικούς χώρους της νότιας Ελλάδας και οι πιο πρόσφατες προσπάθειες ανάδειξης αρχαιολογικών χώρων της Μακεδονίας. Η σχετική ανάλυση βασίζεται στην επιτόπια εξέταση των εφαρμοσμένων μεθόδων διάκρισης και στον σχολιασμό των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων τους σε σχέση με το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα. Έτσι, καθίσταται δυνατή μια τεκμηριωμένη αξιολόγηση της συμφωνίας προθέσεων και αποτελεσμάτων, χρήσιμη για τους μελετητές που εμπλέκονται στον χειρισμό του συγκεκριμένου, πάγιου θέματος στις αποκαταστάσεις των αρχαίων μνημείων.

Πρακτικά βαλκανικού συνεδρίου «Διαφάνεια και Αρχιτεκτονική. Κενά και πλήρη», 2002
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η χρήση του γυαλιού σε ελαφριές κατασκευές, στο πλαίσιο της αποκατ... more Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η χρήση του γυαλιού σε ελαφριές κατασκευές, στο πλαίσιο της αποκατάστασης και επανάχρησης ιστορικών κτηρίων, έχει αναδειχθεί σε μια από τις σημαντικότερες εφαρμογές του υλικού στη Μεγάλη Βρετανία. Σε θεωρητικό επίπεδο, οι γυάλινες κατασκευές αντιμετωπίζονται ως ένας από τους πλέον δόκιμους τρόπους επίτευξης αρμονικής συνύπαρξης παλαιού - νέου. Στην πράξη, η προγενέστερη χρήση του γυαλιού σε έργα διαφόρων κλιμάκων, ήδη από τις αρχές του 19ου, υποβοήθησε την ανάδειξή του σε υλικό για σύγχρονες επεμβάσεις σε ιστορικά κτήρια με κατασκευαστική ποιότητα και ευαισθησία.
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση αποσκοπεί στην ολοκληρωμένη επισκόπηση και αξιολόγηση των σύγχρονων εφαρμογών του γυαλιού στην αποκατάσταση των ιστορικών κτηρίων της Μεγάλης Βρετανίας. Προς την κατεύθυνση αυτή, εστιάζει σε ένα χαρακτηριστικό δείγμα δεκαεπτά εφαρμογών σε ισάριθμα μνημεία του Λονδίνου, του Γιορκ και του Εδιμβούργου. Η ολοκληρωμένη ανάλυση και αποτίμηση των μορφολογικών, λειτουργικών και κατασκευαστικών παραμέτρων τους επιτρέπει, καταρχήν, μια συνολική κατηγοριοποίηση των τρεχουσών πρακτικών, και κατά δεύτερον, την εξαγωγή βάσιμων συμπερασμάτων αναφορικά με τις προϋποθέσεις επίτευξης μιας συμβατής, σύγχρονης γραφής στα ιστορικά κτήρια, μέσω της χρήσης του γυαλιού.
Uploads
Βooks by Δημήτριος Ζυγομαλάς
Από την παραλία έως το Επταπύργιο, και από το Λιμάνι μέχρι το Σιντριβάνι, οι έξι περίπατοι φέρνουν στο προσκήνιο το σύνολο των ιστορικών κατασκευών και τόπων της Θεσσαλονίκης, από κοινού με περιεκτικές αναφορές στον μνημειακό πλούτο των «εκτός των τειχών» επεκτάσεών της, προς τα ανατολικά και τα δυτικά. Με γνώμονα, δε, την περαιτέρω διευκόλυνση της εξοικείωσης του αναγνώστη με την αρχαιολογική και αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης, η ανάλυση των περιπάτων πλαισιώνεται με πρωτότυπες, κατατοπιστικές χαρτογραφικές αποτυπώσεις και πλούσιο εικονογραφικό υλικό, αποτελούμενο από φωτογραφίες εποχής και σύγχρονες λήψεις. Η πρωτότυπη αυτή οπτική προσφέρθηκε στο ευρύ κοινό σε δύο διαδοχικές δίγλωσσες εκδόσεις (καταρχήν, ελληνικά - αγγλικά, και ακολούθως, ελληνικά - γερμανικά), γεγονός ενδεικτικό της απήχησής της.
Για λόγους καλύτερης κατανόησης του υπόβαθρου αυτής της μετάβασης, το προς κάτω χρονικό όριο της περιόδου μελέτης έχει μετατεθεί στην αφετηρία της αμέσως προηγούμενης ιστορικής περιόδου, στο ξεκίνημα, δηλαδή, της οθωμανικής επικυριαρχίας (1361). Επιπλέον, με γνώμονα την ευχερέστερη διαπραγμάτευση του θέματος, η ίδια η περίοδος μελέτης έχει επιμεριστεί σε τρεις υποπεριόδους: α) από την κατάκτηση μέχρι τις μεταρρυθμίσεις (1361 - 1839), την όψιμη οθωμανική περίοδο (1839 - 1912), και γ) από την απελευθέρωση έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1912 - 1939).
Μέσα σε αυτό το χρονολογικό πλαίσιο, η διατριβή επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε βασικά προσδιοριστικά ερωτήματα, και παράλληλα, να κατανοήσει την αιτιολόγηση των πραγμάτων. Ως «πράγματα» αντιμετωπίζει όλες τις συναφείς, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, με την προστασία ενέργειες, και πιο συγκεκριμένα: α) τη θέσπιση νομοθετικών κανόνων, β) τη συγκρότηση και στελέχωση εξειδικευμένων Υπηρεσιών, γ) την τεκμηρίωση των μνημείων, με την έννοια του εντοπισμού, της καταγραφής και της μελέτης τους, και δ) τη διατήρηση και ανάδειξη των μνημείων, με την έννοια της έκδοσης πράξεων υπαγωγής τους στην αρχαιολογική νομοθεσία (κηρύξεις), την προσαρμογή του πολεοδομικού σχεδιασμού, τις επεμβάσεις συντήρησης και αποκατάστασης και την ίδρυση μουσείων και αρχαιολογικών συλλογών. Τα παραπάνω θέματα εξετάζονται ισόρροπα και σε σχέση με όλες τις κατηγορίες του μνημειακού αποθέματος: α) τα μνημεία των προϊστορικών και αρχαίων χρόνων, β) τα μνημεία των βυζαντινών χρόνων, επιμερισμένα σε μνημεία - οικοδομικά κατάλοιπα και μνημεία - οικοδομήματα, και γ) τα μνημεία των οθωμανικών χρόνων, επιμερισμένα σε μνημεία της οθωμανικής, μεταβυζαντινής και παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.
Papers by Δημήτριος Ζυγομαλάς
The present paper pursues these two goals, through two separate focuses: firstly, on the procedural, and secondly, on the technical segment of contemporary care for a characteristic selection of six squares in four historic cities of northern Greece. As concerns the technical segment, it is addressed in terms of the distribution of functions in and around the squares, and the design of the latter and the surrounding fronts.
[ENG] The conversion of the Byzantine churches of Thessaloniki into mosques constitutes one of the most important segments in the study of the way in which the preexisting architectural works were treated over the four centuries of Ottoman rule in the wider area of northern Greece. Yet until today, it has not become the object of a systematic and methodic analysis, which would have allowed for a clear picture to be drawn as to the causes of the conversions, the interventions that were conducted in the framework of the churches’ adjustment to their new function and the additional works that were performed in order to ensure their preservation. From the beginning, such a picture cannot encompass all cases of conversion. The related bibliography confirms that a significant, yet unknown number of the city’s byzantine churches were initially converted into mosques and later demolished, thus providing space for new places of Muslim worship, which erased the traces of the earlier Christian ones. Nonetheless, the converted buildings that have survived to this day and the relevant, directly and indirectly available documentation allow an original and adequately comprehensive discussion of the issue, which is pursued in the present paper, on the basis of a detailed analysis and evaluation of published memoirs, archival documents and recent studies, in conjunction with remarks from the on-site examination of the respective monuments.
Thirty-four years have passed since then, a substantial period of time that allows, on the present occasion of the 50th anniversary of the World Heritage Convention, for a review and appraisal of the impact of the inscription. This is precisely the goal of this paper, which will be pursued through an original discussion and evaluation of the consequences of World Heritage status, on one hand for the monuments themselves, and on the other, for their urban, architectural, social, and educational setting. Extensive bibliographic research and thorough on-site examination will provide the basis for this discussion, which will culminate with a didactic conclusion as to the degree to which the full potential of the inscription has been achieved or remains to be pursued.
Comprising buildings and sites that have over the years been related by the local community to rare phenomena and curious events, Thessaloniki’s “heritage of darkness” fascinates the imagination of its residents, in addition to providing a frequent subject for the writings of local journalists and researchers, and a focal point in the work of the services and bodies involved in monument protection. The above players evidently evaluate its constituents in different manners, thus leading to the emergence of multiple aspects of significance in the appraisal of the city’s “dark heritage”.
Entering a hitherto untouched -on a scholarly basis- domain, this paper aims to identify these aspects and determine their interrelation and impact on the preservation of the buildings and sites involved. To this end, based on bibliographical research and on-site examination, it begins with a comprehensive overview of the dreaded built assets, followed by the identification of the players involved in their treatment and their respective attitudes. From there on, a discussion of the interaction of these attitudes is pursued, culminating in original conclusions as to the consequences of this interaction for the safeguarding of the tangible and intangible qualities of the city’s “heritage of the dark”.
In each of these interventions, two issues arise: on the one hand, the extent to which the safeguarding of cultural significance has placed limits on the pursuit of accessibility, and on the other, the degree to which the initiatives undertaken to ensure accessibility have affected cultural significance. Based on extensive on-site research and evaluation, this paper seeks to provide a complete picture and didactic appraisal of this two-way relation. To this end, it undertakes an analysis and assessment of the interventions completed so far in three main areas of accessibility improvement in the “modern” monuments of Thessaloniki: (1) establishing an entrance, (2) providing unobstructed horizontal circulation, and (3) ensuring smooth vertical movement. The respective analysis shows that a clear answer can be given to the question posed in the title, in addition to revealing prospects for the enhancement of the encounter of cultural significance and accessibility in the most sizable segment of Thessaloniki’s architectural heritage.
Σε αυτόν ακριβώς τον προβληματισμό, επιχειρεί να απαντήσει η παρούσα ανακοίνωση. Αφετηρία της αποτελεί η συνοπτική επισκόπηση των διεθνών χαρτών που παρέχουν κατευθύνσεις για τη συντήρηση και αποκατάσταση των ιστορικών κατασκευών. Ακολουθεί καταγραφή και σχολιασμός της κριτικής που ασκείται στα κανονιστικά κείμενα, με προέκταση τον προσδιορισμό της πραγματικής χρησιμότητας, καθώς και των προοπτικών τους, συμπεριλαμβανομένων των διαφαινόμενων στην ελληνική πραγματικότητα. Καταληκτικώς, διατυπώνεται μια ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη άποψη για τα δυνατά και αδύνατα σημεία των χαρτών, τον ρόλο που δύνανται να επιτελέσουν και τις πρωτοβουλίες που θα πρέπει να αναληφθούν στον ελληνικό χώρο.
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση αποτελεί συνθετική παρουσίαση των πολλαπλών, και ομολογουμένως, πρωτοποριακών τρόπων, με τους οποίους η πληροφορία που τηρούνταν για τα επιλεγμένα μνημεία, από τους εταίρους του έργου, ταξινομήθηκε, ψηφιοποιήθηκε και έγινε προσβάσιμη για το ευρύ κοινό, μέσω του διαδικτύου. Αφετηρία της αποτελεί η παρουσίαση του εύρους της τρέχουσας σχέσης των τεχνολογιών πληροφόρησης με την πολιτιστική κληρονομιά και την τεκμηρίωσή της. Ακολούθως, περιγράφονται οι ενότητες και οι προδιαγραφές της επιλεγείσας βάσης δεδομένων για την καταχώρηση πολιτιστικής πληροφορίας, και τέλος, εξετάζονται τα βήματα της σύνθετης, όσο και απαιτητικής προεργασίας για την ψηφιοποίηση των διαθέσιμων στοιχείων για κάθε μνημείο. Η συγκεκριμένη ανάλυση παρέχει το μέτρο μιας αξιόλογης προσπάθειας σε διεθνές επίπεδο, η οποία δύναται να αποτελέσει αξιόπιστο υπόβαθρο για συναφείς μελλοντικές πρωτοβουλίες.
Σκοπός της ανακοίνωσης υπήρξε η συνοπτική, πλην κατατοπιστική παρουσίαση του χρονικού της συντήρησης και αποκατάστασης των αρχιτεκτονικών μνημείων της Θεσσαλονίκης, με ιδιαίτερη έμφαση στην ανάδειξη της παραλληλίας της συγκεκριμένης μέριμνας με τη φροντίδα που επιδεικνύουν οι συμμετέχοντες, στη διημερίδα, ιατροί για τη θεραπεία των ασθενών τους. Προς την κατεύθυνση αυτή, αναπτύσσεται, καταρχήν, σε συντομία, η πολεοδομική εξέλιξη της πόλης και η χωρική κατανομή των μνημείων της. Ακολούθως, περιγράφονται οι βασικές τάσεις που αναπτύχθηκαν για τη «φροντίδα» τους, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Η συγκεκριμένη επισκόπηση φέρνει στο προσκήνιο το ιστορικό ενός ιδιότυπου θεραπευτικού εγχειρήματος, με κατάληξη τη συνολική αποτίμησή του και τη σκιαγράφηση των μελλοντικών προοπτικών του.
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση αποσκοπεί στην επισκόπηση των σύγχρονων τάσεων στον χειρισμό της συγκεκριμένης παραμέτρου στους παραδοσιακούς οικισμούς της βόρειας Ελλάδας, με ειδική έμφαση στην αξιολόγηση των συναφών, ήδη υλοποιημένων επεμβάσεων. Προς την κατεύθυνση αυτή, ξεκινά με μια περιεκτική παρουσίαση του χρονικού της μέριμνας για τα παραδοσιακά οικιστικά σύνολα της Μακεδονίας και της Θράκης, καθώς και των σχετικών αρχών των διεθνών χαρτών και συμβάσεων. Ακολούθως, καταγράφει την εξέλιξη των σύγχρονων χειρισμών, μέσα από χαρακτηριστικά εφαρμοσμένα παραδείγματα, και πιο συγκεκριμένα, τα προγράμματα εξυγίανσης τεσσάρων οικισμών, τόσο εντός αστικών κέντρων, όσο και στην ύπαιθρο. Η αξιολόγησή τους ως προς δύο κύρια σημεία αναφοράς, τη διευθέτηση της κυκλοφορίας και την αισθητική και λειτουργική ανάδειξη, φέρνει στο προσκήνιο δόκιμες πρακτικές, καθώς και κρίσιμες ανεπάρκειες, συνθέτοντας, έτσι, ένα πρωτότυπο πλαίσιο κατευθύνσεων για ανάλογες μελλοντικές επεμβάσεις.
Η παρούσα ανακοίνωση έχει ως στόχο να αναδείξει και να καταγράψει, με συστηματικό τρόπο, το αξιοπρόσεκτα ευρύ φάσμα των συγκεκριμένων, τοπικών εφαρμογών. Στο πλαίσιο αυτό, εστιάζει σε ένα δείγμα χαρακτηριστικών επεμβάσεων, οι οποίες έχουν υλοποιηθεί κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες στην Ελλάδα, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Νορβηγία, την Πορτογαλία και τη Σλοβενία. Η κατηγοριοποίησή τους καταδεικνύει το εύρος των τρεχουσών εφαρμογών, ενώ ο σχολιασμός τους, σε αισθητικό, λειτουργικό και κατασκευαστικό επίπεδο, επιφυλάσσει χρήσιμες διαπιστώσεις για ανάλογες, τοπικές παρεμβάσεις στο μέλλον.
Η παρούσα ανακοίνωση επιχειρεί μια πρωταρχική αξιολόγηση των συγκεκριμένων πρωτοβουλιών, ενόψει εκδήλωσης νέων. Με αφετηρία τη συνοπτική επισκόπηση της βιομηχανικής εξέλιξης της κεντρικής Μακεδονίας, καθώς και των εξειδικευμένων κατευθύνσεων των διεθνών χαρτών και συμβάσεων, εστιάζει, κατά δεύτερο λόγο, σε ένα κατάλληλα επιλεγμένο δείγμα επεμβάσεων σε βιομηχανικά συγκροτήματα της Θεσσαλονίκης, της Έδεσσας και της Νάουσας. Ο σχετικός σχολιασμός περιστρέφεται γύρω από δύο ζητήματα: την επίτευξη ή μη επαρκούς άνεσης για την ένταξη των νέων χρήσεων και τη διαφύλαξη ή μη της μορφολογίας, τυπολογίας και κατασκευαστικής δομής των ιστορικών βιομηχανικών μονάδων. Καταληκτικώς, εξάγονται χρήσιμα συμπεράσματα αναφορικά με τον βαθμό στον οποίο η σύγχρονη διαχείριση εξασφάλισε τη μακροπρόθεσμη προστασία τους, χωρίς να θιγούν οι ιδιαίτερες, υλικές και μη, αξίες τους.
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση αποτολμά την πρωταρχική καταγραφή και ανάλυση της ελληνικής εμπειρίας στον χειρισμό του συγκεκριμένου ζητήματος. Ως πεδίο μελέτης αξιοποιεί ένα ευρύ σύνολο έργων, που υλοποιήθηκαν από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνονται, ενδεικτικώς, οι επεμβάσεις στην Ακρόπολη της Αθήνας, οι πρώιμες εργασίες σε αρχαιολογικούς χώρους της νότιας Ελλάδας και οι πιο πρόσφατες προσπάθειες ανάδειξης αρχαιολογικών χώρων της Μακεδονίας. Η σχετική ανάλυση βασίζεται στην επιτόπια εξέταση των εφαρμοσμένων μεθόδων διάκρισης και στον σχολιασμό των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων τους σε σχέση με το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα. Έτσι, καθίσταται δυνατή μια τεκμηριωμένη αξιολόγηση της συμφωνίας προθέσεων και αποτελεσμάτων, χρήσιμη για τους μελετητές που εμπλέκονται στον χειρισμό του συγκεκριμένου, πάγιου θέματος στις αποκαταστάσεις των αρχαίων μνημείων.
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση αποσκοπεί στην ολοκληρωμένη επισκόπηση και αξιολόγηση των σύγχρονων εφαρμογών του γυαλιού στην αποκατάσταση των ιστορικών κτηρίων της Μεγάλης Βρετανίας. Προς την κατεύθυνση αυτή, εστιάζει σε ένα χαρακτηριστικό δείγμα δεκαεπτά εφαρμογών σε ισάριθμα μνημεία του Λονδίνου, του Γιορκ και του Εδιμβούργου. Η ολοκληρωμένη ανάλυση και αποτίμηση των μορφολογικών, λειτουργικών και κατασκευαστικών παραμέτρων τους επιτρέπει, καταρχήν, μια συνολική κατηγοριοποίηση των τρεχουσών πρακτικών, και κατά δεύτερον, την εξαγωγή βάσιμων συμπερασμάτων αναφορικά με τις προϋποθέσεις επίτευξης μιας συμβατής, σύγχρονης γραφής στα ιστορικά κτήρια, μέσω της χρήσης του γυαλιού.
Από την παραλία έως το Επταπύργιο, και από το Λιμάνι μέχρι το Σιντριβάνι, οι έξι περίπατοι φέρνουν στο προσκήνιο το σύνολο των ιστορικών κατασκευών και τόπων της Θεσσαλονίκης, από κοινού με περιεκτικές αναφορές στον μνημειακό πλούτο των «εκτός των τειχών» επεκτάσεών της, προς τα ανατολικά και τα δυτικά. Με γνώμονα, δε, την περαιτέρω διευκόλυνση της εξοικείωσης του αναγνώστη με την αρχαιολογική και αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης, η ανάλυση των περιπάτων πλαισιώνεται με πρωτότυπες, κατατοπιστικές χαρτογραφικές αποτυπώσεις και πλούσιο εικονογραφικό υλικό, αποτελούμενο από φωτογραφίες εποχής και σύγχρονες λήψεις. Η πρωτότυπη αυτή οπτική προσφέρθηκε στο ευρύ κοινό σε δύο διαδοχικές δίγλωσσες εκδόσεις (καταρχήν, ελληνικά - αγγλικά, και ακολούθως, ελληνικά - γερμανικά), γεγονός ενδεικτικό της απήχησής της.
Για λόγους καλύτερης κατανόησης του υπόβαθρου αυτής της μετάβασης, το προς κάτω χρονικό όριο της περιόδου μελέτης έχει μετατεθεί στην αφετηρία της αμέσως προηγούμενης ιστορικής περιόδου, στο ξεκίνημα, δηλαδή, της οθωμανικής επικυριαρχίας (1361). Επιπλέον, με γνώμονα την ευχερέστερη διαπραγμάτευση του θέματος, η ίδια η περίοδος μελέτης έχει επιμεριστεί σε τρεις υποπεριόδους: α) από την κατάκτηση μέχρι τις μεταρρυθμίσεις (1361 - 1839), την όψιμη οθωμανική περίοδο (1839 - 1912), και γ) από την απελευθέρωση έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1912 - 1939).
Μέσα σε αυτό το χρονολογικό πλαίσιο, η διατριβή επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε βασικά προσδιοριστικά ερωτήματα, και παράλληλα, να κατανοήσει την αιτιολόγηση των πραγμάτων. Ως «πράγματα» αντιμετωπίζει όλες τις συναφείς, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, με την προστασία ενέργειες, και πιο συγκεκριμένα: α) τη θέσπιση νομοθετικών κανόνων, β) τη συγκρότηση και στελέχωση εξειδικευμένων Υπηρεσιών, γ) την τεκμηρίωση των μνημείων, με την έννοια του εντοπισμού, της καταγραφής και της μελέτης τους, και δ) τη διατήρηση και ανάδειξη των μνημείων, με την έννοια της έκδοσης πράξεων υπαγωγής τους στην αρχαιολογική νομοθεσία (κηρύξεις), την προσαρμογή του πολεοδομικού σχεδιασμού, τις επεμβάσεις συντήρησης και αποκατάστασης και την ίδρυση μουσείων και αρχαιολογικών συλλογών. Τα παραπάνω θέματα εξετάζονται ισόρροπα και σε σχέση με όλες τις κατηγορίες του μνημειακού αποθέματος: α) τα μνημεία των προϊστορικών και αρχαίων χρόνων, β) τα μνημεία των βυζαντινών χρόνων, επιμερισμένα σε μνημεία - οικοδομικά κατάλοιπα και μνημεία - οικοδομήματα, και γ) τα μνημεία των οθωμανικών χρόνων, επιμερισμένα σε μνημεία της οθωμανικής, μεταβυζαντινής και παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.
The present paper pursues these two goals, through two separate focuses: firstly, on the procedural, and secondly, on the technical segment of contemporary care for a characteristic selection of six squares in four historic cities of northern Greece. As concerns the technical segment, it is addressed in terms of the distribution of functions in and around the squares, and the design of the latter and the surrounding fronts.
[ENG] The conversion of the Byzantine churches of Thessaloniki into mosques constitutes one of the most important segments in the study of the way in which the preexisting architectural works were treated over the four centuries of Ottoman rule in the wider area of northern Greece. Yet until today, it has not become the object of a systematic and methodic analysis, which would have allowed for a clear picture to be drawn as to the causes of the conversions, the interventions that were conducted in the framework of the churches’ adjustment to their new function and the additional works that were performed in order to ensure their preservation. From the beginning, such a picture cannot encompass all cases of conversion. The related bibliography confirms that a significant, yet unknown number of the city’s byzantine churches were initially converted into mosques and later demolished, thus providing space for new places of Muslim worship, which erased the traces of the earlier Christian ones. Nonetheless, the converted buildings that have survived to this day and the relevant, directly and indirectly available documentation allow an original and adequately comprehensive discussion of the issue, which is pursued in the present paper, on the basis of a detailed analysis and evaluation of published memoirs, archival documents and recent studies, in conjunction with remarks from the on-site examination of the respective monuments.
Thirty-four years have passed since then, a substantial period of time that allows, on the present occasion of the 50th anniversary of the World Heritage Convention, for a review and appraisal of the impact of the inscription. This is precisely the goal of this paper, which will be pursued through an original discussion and evaluation of the consequences of World Heritage status, on one hand for the monuments themselves, and on the other, for their urban, architectural, social, and educational setting. Extensive bibliographic research and thorough on-site examination will provide the basis for this discussion, which will culminate with a didactic conclusion as to the degree to which the full potential of the inscription has been achieved or remains to be pursued.
Comprising buildings and sites that have over the years been related by the local community to rare phenomena and curious events, Thessaloniki’s “heritage of darkness” fascinates the imagination of its residents, in addition to providing a frequent subject for the writings of local journalists and researchers, and a focal point in the work of the services and bodies involved in monument protection. The above players evidently evaluate its constituents in different manners, thus leading to the emergence of multiple aspects of significance in the appraisal of the city’s “dark heritage”.
Entering a hitherto untouched -on a scholarly basis- domain, this paper aims to identify these aspects and determine their interrelation and impact on the preservation of the buildings and sites involved. To this end, based on bibliographical research and on-site examination, it begins with a comprehensive overview of the dreaded built assets, followed by the identification of the players involved in their treatment and their respective attitudes. From there on, a discussion of the interaction of these attitudes is pursued, culminating in original conclusions as to the consequences of this interaction for the safeguarding of the tangible and intangible qualities of the city’s “heritage of the dark”.
In each of these interventions, two issues arise: on the one hand, the extent to which the safeguarding of cultural significance has placed limits on the pursuit of accessibility, and on the other, the degree to which the initiatives undertaken to ensure accessibility have affected cultural significance. Based on extensive on-site research and evaluation, this paper seeks to provide a complete picture and didactic appraisal of this two-way relation. To this end, it undertakes an analysis and assessment of the interventions completed so far in three main areas of accessibility improvement in the “modern” monuments of Thessaloniki: (1) establishing an entrance, (2) providing unobstructed horizontal circulation, and (3) ensuring smooth vertical movement. The respective analysis shows that a clear answer can be given to the question posed in the title, in addition to revealing prospects for the enhancement of the encounter of cultural significance and accessibility in the most sizable segment of Thessaloniki’s architectural heritage.
Σε αυτόν ακριβώς τον προβληματισμό, επιχειρεί να απαντήσει η παρούσα ανακοίνωση. Αφετηρία της αποτελεί η συνοπτική επισκόπηση των διεθνών χαρτών που παρέχουν κατευθύνσεις για τη συντήρηση και αποκατάσταση των ιστορικών κατασκευών. Ακολουθεί καταγραφή και σχολιασμός της κριτικής που ασκείται στα κανονιστικά κείμενα, με προέκταση τον προσδιορισμό της πραγματικής χρησιμότητας, καθώς και των προοπτικών τους, συμπεριλαμβανομένων των διαφαινόμενων στην ελληνική πραγματικότητα. Καταληκτικώς, διατυπώνεται μια ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη άποψη για τα δυνατά και αδύνατα σημεία των χαρτών, τον ρόλο που δύνανται να επιτελέσουν και τις πρωτοβουλίες που θα πρέπει να αναληφθούν στον ελληνικό χώρο.
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση αποτελεί συνθετική παρουσίαση των πολλαπλών, και ομολογουμένως, πρωτοποριακών τρόπων, με τους οποίους η πληροφορία που τηρούνταν για τα επιλεγμένα μνημεία, από τους εταίρους του έργου, ταξινομήθηκε, ψηφιοποιήθηκε και έγινε προσβάσιμη για το ευρύ κοινό, μέσω του διαδικτύου. Αφετηρία της αποτελεί η παρουσίαση του εύρους της τρέχουσας σχέσης των τεχνολογιών πληροφόρησης με την πολιτιστική κληρονομιά και την τεκμηρίωσή της. Ακολούθως, περιγράφονται οι ενότητες και οι προδιαγραφές της επιλεγείσας βάσης δεδομένων για την καταχώρηση πολιτιστικής πληροφορίας, και τέλος, εξετάζονται τα βήματα της σύνθετης, όσο και απαιτητικής προεργασίας για την ψηφιοποίηση των διαθέσιμων στοιχείων για κάθε μνημείο. Η συγκεκριμένη ανάλυση παρέχει το μέτρο μιας αξιόλογης προσπάθειας σε διεθνές επίπεδο, η οποία δύναται να αποτελέσει αξιόπιστο υπόβαθρο για συναφείς μελλοντικές πρωτοβουλίες.
Σκοπός της ανακοίνωσης υπήρξε η συνοπτική, πλην κατατοπιστική παρουσίαση του χρονικού της συντήρησης και αποκατάστασης των αρχιτεκτονικών μνημείων της Θεσσαλονίκης, με ιδιαίτερη έμφαση στην ανάδειξη της παραλληλίας της συγκεκριμένης μέριμνας με τη φροντίδα που επιδεικνύουν οι συμμετέχοντες, στη διημερίδα, ιατροί για τη θεραπεία των ασθενών τους. Προς την κατεύθυνση αυτή, αναπτύσσεται, καταρχήν, σε συντομία, η πολεοδομική εξέλιξη της πόλης και η χωρική κατανομή των μνημείων της. Ακολούθως, περιγράφονται οι βασικές τάσεις που αναπτύχθηκαν για τη «φροντίδα» τους, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Η συγκεκριμένη επισκόπηση φέρνει στο προσκήνιο το ιστορικό ενός ιδιότυπου θεραπευτικού εγχειρήματος, με κατάληξη τη συνολική αποτίμησή του και τη σκιαγράφηση των μελλοντικών προοπτικών του.
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση αποσκοπεί στην επισκόπηση των σύγχρονων τάσεων στον χειρισμό της συγκεκριμένης παραμέτρου στους παραδοσιακούς οικισμούς της βόρειας Ελλάδας, με ειδική έμφαση στην αξιολόγηση των συναφών, ήδη υλοποιημένων επεμβάσεων. Προς την κατεύθυνση αυτή, ξεκινά με μια περιεκτική παρουσίαση του χρονικού της μέριμνας για τα παραδοσιακά οικιστικά σύνολα της Μακεδονίας και της Θράκης, καθώς και των σχετικών αρχών των διεθνών χαρτών και συμβάσεων. Ακολούθως, καταγράφει την εξέλιξη των σύγχρονων χειρισμών, μέσα από χαρακτηριστικά εφαρμοσμένα παραδείγματα, και πιο συγκεκριμένα, τα προγράμματα εξυγίανσης τεσσάρων οικισμών, τόσο εντός αστικών κέντρων, όσο και στην ύπαιθρο. Η αξιολόγησή τους ως προς δύο κύρια σημεία αναφοράς, τη διευθέτηση της κυκλοφορίας και την αισθητική και λειτουργική ανάδειξη, φέρνει στο προσκήνιο δόκιμες πρακτικές, καθώς και κρίσιμες ανεπάρκειες, συνθέτοντας, έτσι, ένα πρωτότυπο πλαίσιο κατευθύνσεων για ανάλογες μελλοντικές επεμβάσεις.
Η παρούσα ανακοίνωση έχει ως στόχο να αναδείξει και να καταγράψει, με συστηματικό τρόπο, το αξιοπρόσεκτα ευρύ φάσμα των συγκεκριμένων, τοπικών εφαρμογών. Στο πλαίσιο αυτό, εστιάζει σε ένα δείγμα χαρακτηριστικών επεμβάσεων, οι οποίες έχουν υλοποιηθεί κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες στην Ελλάδα, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Νορβηγία, την Πορτογαλία και τη Σλοβενία. Η κατηγοριοποίησή τους καταδεικνύει το εύρος των τρεχουσών εφαρμογών, ενώ ο σχολιασμός τους, σε αισθητικό, λειτουργικό και κατασκευαστικό επίπεδο, επιφυλάσσει χρήσιμες διαπιστώσεις για ανάλογες, τοπικές παρεμβάσεις στο μέλλον.
Η παρούσα ανακοίνωση επιχειρεί μια πρωταρχική αξιολόγηση των συγκεκριμένων πρωτοβουλιών, ενόψει εκδήλωσης νέων. Με αφετηρία τη συνοπτική επισκόπηση της βιομηχανικής εξέλιξης της κεντρικής Μακεδονίας, καθώς και των εξειδικευμένων κατευθύνσεων των διεθνών χαρτών και συμβάσεων, εστιάζει, κατά δεύτερο λόγο, σε ένα κατάλληλα επιλεγμένο δείγμα επεμβάσεων σε βιομηχανικά συγκροτήματα της Θεσσαλονίκης, της Έδεσσας και της Νάουσας. Ο σχετικός σχολιασμός περιστρέφεται γύρω από δύο ζητήματα: την επίτευξη ή μη επαρκούς άνεσης για την ένταξη των νέων χρήσεων και τη διαφύλαξη ή μη της μορφολογίας, τυπολογίας και κατασκευαστικής δομής των ιστορικών βιομηχανικών μονάδων. Καταληκτικώς, εξάγονται χρήσιμα συμπεράσματα αναφορικά με τον βαθμό στον οποίο η σύγχρονη διαχείριση εξασφάλισε τη μακροπρόθεσμη προστασία τους, χωρίς να θιγούν οι ιδιαίτερες, υλικές και μη, αξίες τους.
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση αποτολμά την πρωταρχική καταγραφή και ανάλυση της ελληνικής εμπειρίας στον χειρισμό του συγκεκριμένου ζητήματος. Ως πεδίο μελέτης αξιοποιεί ένα ευρύ σύνολο έργων, που υλοποιήθηκαν από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνονται, ενδεικτικώς, οι επεμβάσεις στην Ακρόπολη της Αθήνας, οι πρώιμες εργασίες σε αρχαιολογικούς χώρους της νότιας Ελλάδας και οι πιο πρόσφατες προσπάθειες ανάδειξης αρχαιολογικών χώρων της Μακεδονίας. Η σχετική ανάλυση βασίζεται στην επιτόπια εξέταση των εφαρμοσμένων μεθόδων διάκρισης και στον σχολιασμό των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων τους σε σχέση με το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα. Έτσι, καθίσταται δυνατή μια τεκμηριωμένη αξιολόγηση της συμφωνίας προθέσεων και αποτελεσμάτων, χρήσιμη για τους μελετητές που εμπλέκονται στον χειρισμό του συγκεκριμένου, πάγιου θέματος στις αποκαταστάσεις των αρχαίων μνημείων.
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση αποσκοπεί στην ολοκληρωμένη επισκόπηση και αξιολόγηση των σύγχρονων εφαρμογών του γυαλιού στην αποκατάσταση των ιστορικών κτηρίων της Μεγάλης Βρετανίας. Προς την κατεύθυνση αυτή, εστιάζει σε ένα χαρακτηριστικό δείγμα δεκαεπτά εφαρμογών σε ισάριθμα μνημεία του Λονδίνου, του Γιορκ και του Εδιμβούργου. Η ολοκληρωμένη ανάλυση και αποτίμηση των μορφολογικών, λειτουργικών και κατασκευαστικών παραμέτρων τους επιτρέπει, καταρχήν, μια συνολική κατηγοριοποίηση των τρεχουσών πρακτικών, και κατά δεύτερον, την εξαγωγή βάσιμων συμπερασμάτων αναφορικά με τις προϋποθέσεις επίτευξης μιας συμβατής, σύγχρονης γραφής στα ιστορικά κτήρια, μέσω της χρήσης του γυαλιού.
Η παρούσα ανακοίνωση αποτελεί ολοκληρωμένη παρουσίαση της ιδιότυπης πρότασης αποκατάστασης του ακρωτηριασμένου μνημείου, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας διπλωματικής εργασίας. Η ιδιοτυπία της έγκειται στην πρόταξη, πέραν των αυτονόητων εργασιών συντήρησης και αποκατάστασης του εναπομείναντος τμήματος, και επεμβάσεων ανάδειξης της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας του αρχικού κτηρίου. Ειδικότερα, περιγράφεται μια καινοτομική προσπάθεια ανασύνθεσης της αρχικής τυπολογίας, σε επίπεδο κάτοψης, και μορφολογίας, σε επίπεδο στοιχείων εξωτερικού διακόσμου, ανεξαρτήτως της τρέχουσας κατάληψης μέρους του περιγράμματος του αρχικού κτηρίου από νεότερο κτίσμα. Ταυτόχρονα, λήφθηκε μέριμνα ώστε η επέμβαση να είναι αναστρέψιμη και να καταδεικνύει το σύγχρονο της πραγματοποίησής της, χωρίς να προβάλλεται σε βάρος του διασωθέντος τμήματος του ιστορικού κτηρίου.
Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να συμπληρώσει την περί χαρτών βιβλιογραφία με μια πρωτότυπη καταγραφή της εξέλιξης των υποδείξεων των νεότερων διεθνών κειμένων του ICOMOS, σε σχέση με τις κατευθύνσεις του Χάρτη της Βενετίας, αλλά και των ίδιων των επιμέρους κειμένων. Προς την κατεύθυνση αυτή, εξετάζεται αναλυτικά το περιεχόμενο των νεότερων πρωτοβουλιών και προσδιορίζεται ο βαθμός συμφωνίας ή ασυμφωνίας τους, καταρχήν με το εμβληματικό κείμενο, και κατά δεύτερο λόγο, αναμεταξύ τους. Η ολοκληρωμένη ανάλυση και αντιπαραβολή έχει ως κατάληξη την αποσαφήνιση του βαθμού στον οποίο οι κατευθύνσεις των διεθνών χαρτών του ICOMOS έχουν εξελιχθεί από το 1964 μέχρι σήμερα, καθώς και προς ποιες κατευθύνσεις.
Στην παρούσα εργασία, επιχειρείται η ανάδειξη των παραμέτρων από τις οποίες τα διεθνή κείμενα εξαρτούν το συγκεκριμένο εγχείρημα, καθώς και των ειδικότερων υποδείξεών τους για τη διαχείριση της κάθε παραμέτρου, ειδικά σε περίπτωση μεταξύ τους αντίθεσης. Επιπλέον, καταγράφονται οι διαδικαστικού χαρακτήρα κατευθύνσεις τους για την προετοιμασία και υλοποίηση προγραμμάτων προστασίας ιστορικών οικιστικών συνόλων, με κατάληξη πρωτότυπες διαπιστώσεις για τον βαθμό εξέλιξης των αρχών και κατευθύνσεων των διεθνών κειμένων και για τις μελλοντικές προοπτικές εμπλουτισμού και εξειδίκευσής τους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η παραπάνω παραμετροποίηση δεν προτείνεται ως απόλυτη και αποκλειστική απάντηση στο ερώτημα του τίτλου της εργασίας. Δεδομένου, ωστόσο, του πλήθους των θεμάτων που καλύπτει, παρέχει μια αρκούντως ολοκληρωμένη απάντηση, τα επιμέρους τμήματα της οποίας επιδέχονται ακόμη διεξοδικότερης ανάλυσης.
Η αποτίμηση των δύο επεμβάσεων αποτελεί τον κορμό της παρούσας εργασίας, η οποία, σε συνέχεια της επιβεβαίωσης της εκπλήρωσης του σύνθετου κριτηρίου των διεθνών συμβάσεων, επιχειρεί να ανιχνεύσει τυχόν πρόσφορα όρια κατά την επιλογή μεταξύ μορφολογικής πρωτοτυπίας και πιστής αντιγραφής. Στην απόπειρα αυτή, δεν αγνοείται ότι, λόγω της ιδιαιτερότητας κάθε μνημείου, αναλυτικές κατευθύνσεις για τον καθορισμό συμβατών επεμβάσεων δεν μπορούν να δοθούν. Προτάσσεται, ωστόσο, ένα πρωταρχικό σημείο αναφοράς, το οποίο δύναται να αποτελέσει αξιόπιστη αφετηρία για ανάλογες μελλοντικές εργασίες.
Από το 1980 και μετά, οι πλατείες του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολλαπλών πρωτοβουλιών ανάπλασης, οι οποίες, πλέον, επιδέχονται αξιολόγησης. Η τελευταία αποτελεί το βασικό στόχο του παρόντος άρθρου, στο οποίο καταγράφονται και αποτιμώνται υλοποιημένες παρεμβάσεις και σχεδιασμένες προτάσεις για δεκαπέντε πλατείες της «εντός των τειχών» πόλης. Ο σχολιασμός τους πραγματοποιείται με κριτήριο, τόσο τον συσχετισμό των επεμβάσεων με την ιστορική και αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της ευρύτερης περιοχής, όσο και τη λειτουργικότητα και τον οικολογικό χαρακτήρα των επιμέρους εργασιών. Καταληκτικώς, δε, τεκμηριώνεται ο βαθμός στον οποίο ο σχεδιασμός των πλατειών του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης εξακολουθεί να αποτελεί, στις αρχές του 21ου αιώνα, ανοιχτή πρόκληση.
Το παρόν άρθρο αποτελεί μια συνοπτική, όσο και περιεκτική επισκόπηση των σταδίων υλοποίησης του συγκεκριμένου έργου και των αποτελεσμάτων του, με στόχο την προβολή αμφότερων στο ευρύ κοινό των μηχανικών. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσιάζονται οι βασικοί στόχοι του και τα επιμέρους στάδια υλοποίησής του, με ιδιαίτερη αναφορά στην ηλεκτρονική καταγραφή σαράντα κατάλληλα επιλεγμένων μνημείων, και στα μέσα διάχυσης των αποτελεσμάτων του, έντυπων και ψηφιακών. Μέσα από τη συγκεκριμένη επισκόπηση, αναδεικνύονται οι ιδιαιτερότητες και οι δυσκολίες του καινοτομικού εγχειρήματος, με δεδομένη την απορρόφηση στοιχείων από διαφορετικές χώρες, με διαφορετικές ορολογίες, αλλά και το εύρος της ωφέλειας για τη μελέτη και τεκμηρίωση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του Βυζαντίου.
Όπως προκύπτει από τα συμπεράσματα του Συμποσίου της Βουδαπέστης (σχετικά με την εισαγωγή νέων κατασκευών σε ιστορικά σύνολα, 1972), η προσθήκη σε ένα μεστό σε αισθητικές αξίες οικοδομικό μέτωπο προϋποθέτει την αποφυγή, αφενός υποβάθμισης των εν λόγω αξιών, και αφετέρου, αποσιώπησης του σύγχρονου χαρακτήρα της αρχιτεκτονικής πράξης. Μέσω του σχολιασμού και της αξιολόγησης επτά κατάλληλα επιλεγμένων παραδειγμάτων - συμπληρώσεων μετώπου στην Ελλάδα και τη Μεγάλη Βρετανία, το παρόν άρθρο ανιχνεύει το εύρος των τρεχουσών πρακτικών συσχετισμού ιστορικής μαρτυρίας και σύγχρονης αρχιτεκτονικής, αλλά και τις προϋποθέσεις για μια δόκιμη συνύπαρξή τους.
Το παρόν άρθρο επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα τι έχει απομείνει από τη φυσιογνωμία του 1908 στη σύγχρονη πόλη και για ποιους λόγους. Προς την κατεύθυνση αυτή, εκκινεί με μια περιεκτική σκιαγράφηση της πολύπλευρης θρησκευτικής ταυτότητας των κατοίκων της Θεσσαλονίκης στις αρχές του 20ού αιώνα και των αντιστοίχως ετερόκλητων λατρευτικών χώρων τους. Ακολούθως, καταγράφει τις μεταβολές που συντελέστηκαν, τόσο στη σύνθεση του πληθυσμού, όσο και στον χαρακτήρα των χώρων λατρείας του, μέχρι τη σύγχρονη εποχή, με κατάληξη την επισήμανση των διατηρούμενων ιχνών της σύνθετης θρησκευτικής φυσιογνωμίας του 1908, και περαιτέρω, την αποσαφήνιση των αιτιών της συρρίκνωσής της και των περιθωρίων ανάδειξής της στο σύγχρονο αστικό τοπίο.
Το παρόν άρθρο καταγράφει και αποτιμά τη σύγχρονη αξιο¬ποίηση δύο προβεβλημένων κινστερνών της Πόλης, της «Βασιλικής Κινστέρνας» (Yerebatan Sarnıcı) και της «Κινστέρνας των Χιλίων και Ενός Κιόνων» (Binbirdirek Sarnıcı). Η επιχειρούμενη σκιαγράφηση των βασικών αρχών και των ειδικότερων επεμβάσεων για την επανάχρησή τους παρέχει ένα πρωταρχικό σημείο αναφοράς για την ανάδειξη ανάλογων κατασκευών εντός του ελλαδικού χώρου, χωρίς να αποκλείεται η διεύρυνση των περιθωρίων αξιοποίησής τους μέσα από τις μελλοντικές πρωτοβουλίες, όπως και χωρίς να αποσιωπώνται τεκμηριωμένες επιφυλάξεις για την αισθητική συμβατότητα μέρους των υλοποιημένων εργασιών στα μνημεία της Κωνσταντινούπολης.
Ο σχολιασμός των παραπάνω ζητημάτων αποτελεί τον βασικό στόχο του παρόντος άρθρου, στο πλαίσιο του οποίου, εξετάζονται, καταρχήν, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πλατείας και η τρέχουσα κατάστασή της. Ακολούθως, αξιολογούνται οι διαδοχικές προσπάθειες αναμόρφωσης και αναβάθμισής της, με κατάληξη τη συνολική αποτίμηση, αφενός των ίδιων των επεμβάσεων, και αφετέρου, των διαδικασιών προγραμματισμού και υλοποίησής τους.